Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

studio production


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο production παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: studio
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
production n(creation)παραγωγή ουσ θηλ
  δημιουργία ουσ θηλ
  παρασκευή ουσ θηλ
  κατασκευή ουσ θηλ
 The production of a work of art requires a lot of time and effort.
 Η δημιουργία ενός έργου τέχνης απαιτεί πάρα πολύ χρόνο και προσπάθεια.
production n(manufacture)παραγωγή ουσ θηλ
  κατασκευή ουσ θηλ
 Our company specialises in the production of luxury cars.
 Η εταιρεία μας ειδικεύεται στην κατασκευή πολυτελών αυτοκινήτων.
production n(amount produced)παραγωγή ουσ θηλ
 This item is so popular that the factory has had to increase production.
 Αυτό το προϊόν είναι τόσο δημοφιλές που το εργοστάσιο έπρεπε να αυξήσει την παραγωγή.
production n(theatrical show)παραγωγή ουσ θηλ
 The latest production at the Barnfield Theatre is worth seeing.
 Την τελευταία παραγωγή του Θεάτρου Μπάρνφιλντ αξίζει να τη δει κανείς.
production n(music: arrangement)παραγωγή ουσ θηλ
 The album is considered a classic for its rich lyrics and complex production.
production n(movies: making)παραγωγή ουσ θηλ
 Production is the stage when the film is being shot.
 Η παραγωγή είναι το στάδιο κατά το οποίο γίνονται τα γυρίσματα της ταινίας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
production nfigurative ([sth] overly complicated)θέμα ουσ ουδ
  ανάλυση ουσ θηλ
 You're only travelling to London and people do that every day; there's no need to make a production out of it!
 Απλά θα πας στο Λονδίνο, κάτι που κάνουν τόσοι άνθρωποι καθημερινά· δε χρειάζεται να το κάνουμε θέμα!
 Απλά θα πας στο Λονδίνο, κάτι που κάνουν τόσοι άνθρωποι καθημερινά· δε χρειάζεται τόσο μεγάλη ανάλυση!
production n(act of providing [sth])παρουσίαση ουσ θηλ
 Glenn insisted he had done nothing wrong, but the production of CCTV footage proved he was lying.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
assembly line production n(cycle of manufacturing)παραγωγή σε σειρά, παραγωγή εν σειρά φρ ως ουσ θηλ
co-production n([sth] produced jointly)συμπαραγωγή ουσ θηλ
in production adj(movie: being filmed)που γυρίζεται έκφρ
 Her latest film was still in production when she became ill.
in production adj([sth]; being made, manufactured)στη φάση παραγωγής περίφρ
 The latest model is presently in production and will be available early next year.
 New energy-efficient cars, which will help reduce global warming, are now in production.
 Το τελευταίο μοντέλο είναι στη φάση της παραγωγής αυτή τη στιγμή και θα είναι διαθέσιμο στις αρχές του άλλου χρόνου.
mass production nuncountable (large-scale manufacturing)μαζική παραγωγή ουσ θηλ
 Henry Ford brought the techniques of mass production to the motor car.
means of production n(resources: equipment, workers)μέσα παραγωγής φρ ως ουσ ουδ πλ
 Third-world countries need to develop their means of production.
mode of production n(socio-economics: how goods are output)μέθοδος παραγωγής περίφρ
  τρόπος παραγωγής περίφρ
pilot production n([sth] produced on a trial basis)δοκιμαστική παραγωγή ουσ θηλ
preproduction,
also UK: pre-production
n
(before formal production phase)προπαραγωγή ουσ θηλ
Production Designer n(TV, cinema: [sb] who oversees visuals) (ΤV, κινηματογράφος)σχεδιαστής παραγωγής, σχεδιάστρια παραγωγής φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
production line (manufacturing)γραμμή παραγωγής φρ ως ουσ θηλ
Production Manager n(supervises manufacture)διευθυντής παραγωγής, διευθύντρια παραγωγής φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 The Production Manager is the most important person in the Production Department.
production platform n(offshore power station) (εξόρυξη πετρελαίου)πλατφόρμα παραγωγής, εξέδρα παραγωγής φρ ως ουσ θηλ
Production Runner n(TV, cinema: [sb] who runs errands) (ΤV, κινηματογράφος)βοηθός παραγωγής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
Production Technician n([sb] who supervises manufacture of [sth](ΤV, κινηματογράφος)τεχνικός παραγωγής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
production tracking n(monitoring progress of output)παρακολούθηση παραγωγής φρ ως ουσ θηλ
production worker n(machine operator)εργάτης παραγωγής, εργάτρια παραγωγής φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
radio production n(drama made to be broadcast on radio)ραδιοφωνικό θέατρο επίθ + ουσ ουδ
shop floor,
production floor
n
(factory: production area)εγκαταστάσεις παραγωγής φρ ως ουσ θηλ
shop floor,
production floor
n
figurative (staff in production area)προσωπικό των εγκαταστάσεων παραγωγής περίφρ
 (ως σύνολο προσωπικού)η παραγωγή άρθ ορ + ουσ θηλ
 The manager asked the shop floor to stop work while he made an announcement.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση studio production στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «studio production».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!